Menu
Your Cart

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙΟΥ (1412 μ.Χ.)

Ιστορική αναδρομή
H Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής Μονοδενδρίου, αν και εγκαταλελειμμένη, χωρίς μοναστική αδελφότητα, εντυπωσιάζει, καθώς βρίσκεται στην άκρη του φαραγγιού του Βίκου, στην περιοχή του Ζαγορίου. Πιο συγκεκριμένα, σε ένα από τα γραφικότερα χωριά της περιοχής, το Μονοδένδρι, που υπήρξε γενέτειρα των μεγάλων εθνικών ευεργετών, των αδελφών Μάνθου και Γεωργίου Ριζάρη.
Η Μονή βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού της βαθύτερης χαράδρας στον κόσμο, με βάθος κοντά στα 1000 μέτρα. Η τοποθεσία αυτή κόβει την ανάσα κάνοντας τους πάντες να αναρωτιούνται πώς το ανθρώπινο χέρι κατάφερε να δημιουργήσει ένα τόσο εντυπωσιακό πέτρινο κόσμημα.
Η ίδρυση του μοναστηριού τοποθετείται χρονικά το 1412. Σύμφωνα με την επιγραφή πάνω από την είσοδο του κυρίως ναού, τοπικός ηγέτης της Ηπείρου ήταν ο Δεσπότης Κάρολος Α΄ Τόκκος και χρηματοδοτήθηκε από τον ντόπιο άρχοντα βοεβόδα (τίτλος που έφεραν στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές επαρχιών στις σλάβικες χώρες) Μιχαήλ Θεριανό.
Στα έξοδα της ανέγερσης συνέδραμαν και οι κάτοικοι των Βεζητζηνών, όπως λέγονταν τότε οι κάτοικοι της περιοχής Βίτσας-Μονοδενδρίου. Πιθανόν ο Θεριανός να έχτισε το μοναστήρι ως πράξη ευχαριστίας για τη σωτηρία της κόρης του, που υπέφερε από μερική τύφλωση των ματιών. Η ίδια, σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε εκεί, μαζί με τις άλλες μοναχές, και αφιέρωσε τη ζωή της στη Μεγαλομάρτυρα Παρασκευή, από την οποία πήρε και το όνομά της από ευγνωμοσύνη.
Κατά την παράδοση, χτίστηκε από ασκητές, οι οποίοι από τον 13ο αιώνα ασκήτευαν στις σπηλιές που υπάρχουν βορειοδυτικά από το μοναστήρι. Ένας από αυτούς τους ερημίτες ήταν ο όσιος Ανδρέας (1204), που καταγόταν από το Μονοδένδρι και αγίασε στον Βάλτο της Αμφιλοχίας. Εκεί, οι διωγμένοι χριστιανοί αναζήτησαν καταφύγιο κατά τους Οθωμανικούς χρόνους. Το πλάτος του μονοπατιού είναι τόσο μικρό που μόνο ένα άτομο χωρά να περάσει. Τα μονοπάτια αυτά αργότερα χρησιμοποιήθηκαν από βοσκούς.
Τα κτίσματα αυτά, γνωστά ως «ασκηταριά» σώζονται ακόμα και σήμερα. Ο επισκέπτης, αφού περάσει την κεντρική είσοδο του μοναστηριού, μπορεί να φτάσει εκεί ανεβαίνοντας ένα ανηφορικό ελικοειδές μονοπάτι, με μια μικρή πέτρινη σκάλα.
Οι ασκητές βρήκαν την εικόνα της αγίας Παρασκευής μέσα στον κορμό ενός δέντρου, όπου σήμερα είναι η Αγία Τράπεζα και τη φύλαγαν πάνω σε μικρό αναλόγιο. Οι κάτοικοι του Μονοδενδρίου θέλησαν να μεταφέρουν την εικόνα στο χωριό για να κτίσουν ναό εκεί, αλλά η εικόνα μετά τη μεταφορά της ξαναβρέθηκε στην αρχικήτης θέση.
Αυτή φάνηκε πως ήταν η επιθυμία της Αγίας, να μείνει στο μέρος που πρωτοβρέθηκε. 
Το μοναστήρι λειτούργησε σαν ησυχαστήριο γυναικών σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής του και κατά διαστήματα με ηγούμενο άρρενα, ως τα μέσα του 1947, όπου και πέθανε ο τελευταίος ηγούμενος ιερομόναχος Δημήτριος Μουστακόπουλος, γνωστός σαν Παπακρίβης. Από κάποια ενθύμηση μαθαίνουμε ότι στην Ιερά Μονή «μόνο ιέρειαι από του 1778 μονάζουσιν». Στα χρόνια που ακολούθησαν από τότε, στο Μοναστήρι της αγίας Παρασκευής αφιέρωσαν τη ζωή τους πολλές καλόγριες, ζώντας με τις συνδρομές των πιστών και με τα μικρά έσοδα του μοναστηριού που προέρχονταν κυρίως από τη μικρή γεωργική παραγωγή και τα λίγα γίδια και πρόβατα. Είχαν επίσης και κυψέλες με μελίσσια, ενώ αρκετές μοναχές ύφαιναν στον αργαλειό.
Από τις πιο γνωστές μοναχές ήταν η Μαρίνα από το Στολοβό, η Άννα Γκόλου από το Μονoδέντρι, που διαδέχτηκε τη Μαρίνα, η Λένη, η Πούσιω κ.ά. Τέλος, ο ηγούμενος Δημήτρης Μουστακόπουλος, ο Παπακρίβης, από το Κουκούλι, ο οποίος, αν και δέχτηκε το μοναχικό σχήμα σε μεγάλη ηλικία, έδειξε θαυμαστή αφοσίωση και προθυμία στη συντήρηση των κτηριακών εγκαταστάσεων του μοναστηριού. Δικαίως η φωτογραφία του είναι σε περίοπτη θέση, η μοναδική από όλη τη χορεία των μοναχών, στο δωμάτιο του Ηγουμενείου.

Τα κτίσματα και ο περιβάλλοντας χώρος

Σε μισή ώρα από τα Γιάννενα, μπορεί να φτάσει ο επισκέπτης στο μοναστήρι με αυτοκίνητο από δρόμο άνετο πλέον, από το 1953, που ανοίχτηκε ύστερα από ενέργειες της Ένωσης Ζαγορισίων Αθηνών, με χρήματα από έρανο που η ίδια διοργάνωσε σε όλους τους Ζαγορίσιους. Η πρόσβαση γίνεται μόνο από το δυτικό μέρος, αφού ανατολικά και νότια ο βράχος κόβεται κάθετα και απότομα. Αν και το βραχώδες τοπίο κυριαρχεί, υπάρχει ωστόσο και βλάστηση, όπως πουρνάρια, σφεντάμια, αγριοκαστανιές, πικραμυγδαλές κ.ά. Εκεί φυτρώνουν επίσης, τα περίφημα ραδίκια, οι πικραρήθρες.
Η Μονή ξεχωρίζει για την κατασκευή της, καθώς είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από πέτρα. Είναι επίσης θαυμαστή η αρμονική διάταξη των κτισμάτων του κτηριακού συγκροτήματος του μοναστηριού.
Ο επισκέπτης μπορεί να εισέλθει από την κεντρική είσοδο που είναι μια μεγάλη πύλη με καλλίγραμμο πέτρινο τόξο. Δεξιά και αριστερά υπάρχουν αχυρώνες και στάβλοι. Στη δεξιά πλευρά ξεχωρίζει το αλώνι που ήταν χτισμένο με ογκόλιθους σαν κάστρο και στρωμένο περίτεχνα με γρανιτένιες πλάκες. Εκεί οι μοναχές αλώνιζαν το σιτάρι. Την περίοδο της ακμής του μοναστηριού, υπήρχαν πολλά ζώα, όπως βόδια, που χρησίμευαν στο όργωμα και τη σπορά, αγελάδες, γίδια, ακόμα και μελίσσια.
Αριστερά του εσωτερικού περίβολου, υπάρχει ένα κτίριο που χρησίμευε σαν αποθήκη της γεωργικής παραγωγής αλλά και σαν χώρος διαμονής των διαφόρων εποχικών εργατών. Στη συνέχεια, περνάμε την κεντρική είσοδο προς την κυρίως Μονή, όπου υπάρχει το χαγιάτι, στρωμένο με μεγάλες πλάκες και από πάνω η κρεβάτα, δωμάτιο υποδοχής για τους ξένους με τζάκι και εντοιχισμένα ντουλάπια. Έπειτα είναι το Ηγουμενείο, καλοδιατηρημένο κτίσμα του 1849, όπως μαρτυρά η επιγραφή του. Ο χώρος κάτω από το Ηγουμενείο, σε δύο επίπεδα, αποτελεί την αυλή του μοναστηριού. Γύρω της είναι κτισμένα τα κελιά που εξυπηρετούσαν λειτουργικές ανάγκες. Εκεί ήταν η κουζίνα, το ζυμωτήριο, ο φούρνος και οι αποθήκες. Σήμερα σώζονται τα αμπάρια και άλλα σκεύη οικιακής χρήσης. Δίπλα ήταν το καθιστικό, ένα μικρό δωμάτιο με τζάκι, που εκεί τώρα πια στεγάζεται η Έκθεση της Μονής. Στή συνέχεια είναι η είσοδος στο Καθολικό.
Προς τα βόρεια είναι και άλλα κελιά και κοιτώνες, κυρίως με ξύλινα πατώματα και οροφές. Για να εισέλθει σε αυτά ο επισκέπτης, πρέπει να σκύψει αρκετά, καθώς όλα τα δωμάτια είναι πολύ χαμηλά. Πιθανόν να μην ήθελαν να καλύψουν τη θέα προς τη χαράδρα ή δεν μπορούσαν να παραβγούν στο ύψος τους κοφτερούς βράχους.
Σε ένα ειδυλλιακό τοπίο προς τα ανατολικά, ανάμεσα σε πλήθος δέντρων, είναι χτισμένη η «λόντζα», ο εξώστης, ένα κελί ξεχωριστό, με προεξοχή που στηρίζεται μόνο σε δύο πέτρινες κολώνες. Επειδή τα υποστυλώματα κρύβονται από τις περικοκλάδες, νομίζει κανείς ότι πρόκειται για εναέριο μπαλκόνι που στην κυριολεξία κρέμεται πάνω από τη χαράδρα. Το κελί-εξώστης χρησίμευε για κρυψώνα. Εκεί κατέφευγαν οι μοναχές σε ώρες κινδύνου για να γλιτώσουν από τις επιδρομές των άτακτων Τουρκαλβανών του Αλή Πασά. Μια καταπακτή που κατεβαίνει με σκάλα στο υπόγειο και από εκεί σε ένα μονοπάτι προς τη χαράδρα, λειτουργούσε σαν έξοδο κινδύνου.
Προς τα νότια, βρίσκεται η υπαίθρια τραπεζαρία, το σημερινό μπαλκόνι, απ' όπου ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει απρόσκοπτα την πανοραμική θέα στη χαράδρα.
Στα βόρεια υπήρχαν και άλλοι βοηθητικοί χώροι, κοιτώνες και αποθήκες, που δυστυχώς σήμερα δεν διασώζονται. Υπήρχε επίσης και δωμάτιο με αργαλειούς, όπου οι μοναχές ύφαιναν μάλλινα ρούχα, κιλίμια κ.ά. Τέλος, ένα μικρό μέρος κοντά σε μια δάφνη χρησίμευε για νεκροταφείο. Εκεί τάφηκε ο τελευταίος ηγούμενος, ο Παπακρίβης. Σήμερα στον χώρο αυτό ψάλλεται τρισάγιο για τις ψυχές των μοναχών. Στη νότια επίσης πλευρά του ναού, σ' ένα κτίσμα σκοτεινό, που δεν έχει ακόμα ερευνηθεί περισσότερο, υπάρχει το οστεοφυλάκιο, όπου βρίσκονται σωροί από τα οστά των μοναχών που άφησαν την τελευταία τους πνοή στο μοναστήρι αυτό.
Πέρα από τα κτίσματα αυτά, υπάρχει μία μεγάλη σπηλιά και μία μικρότερη που χρησίμευε σαν αποθηκευτικός χώρος. Εκεί βρέθηκαν μεγάλα πήλινα δοχεία για τη συγκέντρωση πόσιμου νερού και άλλα οικιακά σκεύη.

Το Καθολικό της Μονής και οι τοιχογραφίες

Το Καθολικό της Μονής είναι χωρισμένο στον νάρθηκα και τον κυρίως ναό. Ο ναός είναι μονόκλιτη βασιλική, μικρός λιθόκτιστος με ξύλινη οροφή και μικρά παράθυρα σαν φεγγίτες που επιτρέπουν να εισέρχεται το φως της ημέρας. Όμορφες τοιχογραφίες, κοσμούν τις επιφάνειες των τοίχων στο εσωτερικό του ναού. Πρόκειται μάλλον για αγιογραφίες της Μακεδονικής Σχολής.
Το τέμπλο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι απλό, ξύλινο, νεότερο από τις τοιχογραφίες. Στις τρεις μεγάλες εικόνες του τέμπλου, του Χριστού, της Παναγίας και του Προδρόμου, διαβάζουμε την επιγραφή: «Δέησις του δούλου Θεού Λεωντάρη Γεωργίου εκ κόμης Μονοδεντρίου Μαρτίου 1802».
Η εικόνα της αγίας Παρασκευής δεν είναι στο τέμπλο, είναι κινητή, σε ξύλινο προσκυνητάρι προς τη νότια πλευρά του Ναού.
Ο νάρθηκας έχει σχήμα τετράπλευρο ορθογώνιο. Ξεχωρίζει από τη στενή είσοδο με τη βαριά ξύλινη πόρτα και το πέτρινο αψιδωτό ανώφλι. Στην πλευρά που ενώνεται με τον κυρίως ναό, υπάρχουν λίγες τοιχογραφίες. Εικονίζεται στηθαία, εντός κόγχης, η αγία Παρασκευή, αριστερά το μαρτύριό της και δεξιά ένας έφιππος Άγιος, πιθανόν ο άγιος Δημήτριος.
Σύμφωνα με έρευνα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η εικονογράφηση του νάρθηκα εκτεινόταν σε μεγαλύτερο μέρος. Δυστυχώς όμως κάποιες αγιογραφίες υπέστησαν αλλοίωση λόγω της συνήθειας να τις επικαλύπτουν με ασβέστη και άλλα υδροχρώματα, για να φαίνεται ο χώρος φρεσκοβαμμένος και καθαρός.
Οι επιφάνειες των τοίχων στο εσωτερικό του ναού, είναι καλυμμένες με αγιογραφίες, οι οποίες διατηρούνται αρκετά καλά, ύστερα από σχετική συντήρηση που έκανε τα τελευταία χρόνια η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στο τρίγωνο που σχηματίζεται πάνω από την Αγία Τράπεζα είναι ζωγραφισμένη η Ανάληψη και δεξιά κι αριστερά ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στην κόγχη του Ιερού, όπου είναι κτισμένη η Αγία Τράπεζα, διατηρείται θαυμάσια παράσταση με τη Θεοτόκο και κάτω οι τέσσερις Ιεράρχες: Μ. Βασίλειος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Μ. Αθανάσιος. Ανάμεσά τους απεικονίζεται η Αγία Τράπεζα με τα ιερά σκεύη της Θείας Ευχαριστίας.
Άλλες τοιχογραφίες αναπαριστούν την «Εις Άδου κάθοδον του Κυρίου», τη Σταύρωση, τον Ενταφιασμό και την Ανάσταση. Η ζωγραφική τέχνη είναι διάχυτη. Ακόμα και στη βάση κάτω από την Αγία Τράπεζα υπάρχουν διάφορες καλλιτεχνικές διακοσμήσεις από άνθη, πουλιά, γεωμετρικά σχήματα και αρμονικές συνθέσεις.
Στον βόρειο τοίχο υπάρχει τοιχογραφία (κτητορική παράσταση) του δωρητή τοπικού άρχοντα Θεριανού, της συζύγου του Θεοδώρας και των παιδιών τους, του γιου τους Γεωργίου και της μικρής θυγατέρας τους. Η θέση και το μέγεθος της τοιχογραφίας, η ιεράρχηση, τα ενδύματα και η κόμμωση
όλων των προσώπων που παριστάνονται σε αυτή, είναι αποκαλυπτικά της νοοτροπίας και των ηθών της εποχής και της περιοχής. Τα ρούχα είναι πολυτελή, με πλούσια κεντημένα υφάσματα, φαρδιές πλεξούδες και κρόσσια. Η σύζυγος του ευεργέτη, Θεοδώρα, φοράει λευκό μαντήλι στο κεφάλι της, το οποίο είναι τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό της. Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια του αγιογράφου να αποδώσει τη μη αγιότητα των προσώπων αυτών με τον φλεγώδη προπλασμό (πορτοκαλί χρώμα) στο σάρκωμα, που δηλώνει τη φλόγα των μη σβησμένων παθών.
Η τοιχογραφία συμπληρώνεται με σκηνές από τη ζωή του Χριστού στο επάνω μέρος, και κάτω ολόσωμες φιγούρες των αγίων Θεοδώρου του Στρατηλάτου και Θεοδώρου του Τήρωνος, του αγίου Γεωργίου, του αγίου Δημητρίου και τέλος του Τιμίου Προδρόμου.
Οι τοιχογραφίες στον νότιο τοίχο χρονολογούνται από τη σχετική επιγραφή γύρω στο 1689. Φαίνεται ότι ο ναός είχε καταστραφεί εν μέρει, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να ξανακτιστεί ο νότιος τοίχος. Οι τοιχογραφίες της νότιας πλευράς διατηρούνται και αυτές σε καλή κατάσταση. Περιλαμβάνουν σκηνές από το δωδεκάορτο (Γέννηση, Υπαπαντή, Βάπτιση, Μεταμόρφωση, Ανάσταση του Λαζάρου). Κάτω απεικονίζονται ολόσωμοι η αγία Παρασκευή, ο άγιος Προκόπιος, και οι άγιοι Νέστορας, Μηνάς, Ιάκωβος ο Πέρσης, Παντελεήμονας, Κοσμάς και Δαμιανός, Κωνσταντίνος και Ελένη, Ευθύμιος και Αντώνιος.
Ανάμεσα από τις μορφές των δύο τελευταίων Αγίων σώζεται μία ενδιαφέρουσα επιγραφή που αναφέρει για την αγιογράφηση:
«ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΗ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΘΗ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ,ΑΧΠΘ΄» (1689).
Πάνω από την είσοδο στον κυρίως Ναό εσωτερικά είναι αξιοθαύμαστη μία πολυπρόσωπη σύνθεση της Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου σε αρμονική διάταξη γύρω από το φέρετρό της, οι Απόστολοι με έκδηλη την πένθιμη έκφραση στα πρόσωπά τους, θρηνούν τη μητέρα του Κυρίου. Δεξιά και αριστερά εικονίζονται οι αρχάγγελοι Γαβριήλ και Μιχαήλ.

Κειμήλια που έχουν σωθεί από τη Μονή

* Λειψανοθήκη μεταλλική με την εγχάρακτη επιγραφή «1849 ΙΟΥΝΙΟΥ Ζ' Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΕΞ ΚΩΜΗΣ ΜΟΝΟΔΕΝΤΡΙΟΥ ΔΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΩΝ ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ».
* Εικόνα του Χριστού (Παντοκράτωρ) μικρών διαστάσεων, φορητή με χρονολογία «1733».
* Εικόνα του αγίου Χαραλάμπους μεγάλων διαστάσεων (51x40), φορητή, με την επιγραφή: «διά χειρός Δημητρίου Παπαδιαμάντη 1800».
* Ιερό Ευαγγέλιο με χοντρό εξώφυλλο από ξύλο ντυμένο με κόκκινη τσόχα, έκδοσης Νικολάου Σάρρου (CON CICENZA).
* Τρίπτυχο ξύλινο φορητό, έτους 1814.
* Αντιμήνσιο έτους 1868 που φέρει την επιγραφή: «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΕΤΕΙ ,αωξη΄ ΚΑΤΑ ΜΗΝΑ ΜΑΪΟΝ».
* Βιβλία παλαιά (Μηναία, Παρακλητική, Τριώδιο κ.ά.) εκδόσεων Βενετίας και Τεργέστης, χρονολογούμενα από το έτος 1652 και νεότερα.
*«ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ CON PRIVILEGIO ΤΥΠΩΘΕΝ παρ' Ιωάν. Πέτρω τω Πιμέλλω ΕΝΕΤΙΗΣΙΝ ΕΤΕΙ από της Θεογνωσίας 1652».
* Σε άλλο βιβλίο μηνιαίο, έκδοσης 1779, κάτω από χειρόγραφο απολυτίκιο του αγίου Τρύφωνα αναγράφεται: «Το παρόν εγράφη εν έτει 1864 διά χειρός Ζαχαρίου ιερομονάχου του Ζητσαίου, τον χρηματίσαντα εφημέριον της Αγίας Παρασκευής εν Μαναδενδρίω».

Η προστάτιδα αγία Παρασκευή

Σύμφωνα με μία παράδοση, κάποτε ο Αλή Πασάς τους αρβανίτες του θέλησε να καταστρέψει το μοναστήρι γιατί κρύβονταν οι χριστιανοί από τα γύρω χωριά. Σαν πλησίασε όμως στο μοναστήρι, έπιασε πολύ μεγάλη μπόρα. Ο αντίλαλος από τις βροντές στη χαράδρα του Βίκου ήταν τόσο μεγάλος που οι Τουρκαλάδες το έβαλαν στα πόδια. Η αγία Παρασκευή έκανε το θαύμα της! Γι' αυτό από τα πολύ παλιά χρόνια θεωρούνταν προστάτης της περιοχής και πολλοί κάτοικοι κατέφευγαν για να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει από σοβαρές αρρώστιες. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που διανυκτέρευαν στον ναό της Αγίας και ο παπάς τους έβαζε να προσκυνήσουν την εικόνας της και τη λειψανοθήκη, όπου ήταν φυλαγμένα οστά του αγίου Τρύφωνα.
Όταν κάποιος αρρώσταινε βαριά στο χωριό και δεν μπορούσε να πάει ο ίδιος, έφερναν στο σπίτι του την εφέστιο εικόνα της Αγίας, σκεπασμένη με ένα μεταξωτό μαντίλι και την τοποθετούσαν πάνω στο κεφάλι του. Με αυτόν τον τρόπο πολλοί θεραπεύτηκαν. Λέγεται ότι, αν κατά τη μεταφορά της την ένιωθαν πιο βαριά από το πραγματικό της βάρος, η έκβαση της αρρώστιας δεν θα ήταν καλή.

Η Μονή σήμερα

H χάρη της αγίας Παρασκευής είναι πλουσιοπάροχη. Γι' αυτό και στη μνήμη της Αγίας στις 26 Ιουλίου, προσέρχονται πολύ πιστοί από όλον τον κόσμο για να την προσκυνήσουν. Σχεδόν όλη η ακίνητη περιουσία της Μονής και η προσπάθεια αναστύλωσής της προέρχεται από δωρεές και τάματα. Την παραμονή της εορτής ψάλλεται Κατανυκτικός Εσπερινός, ο Παρακλητικός Κανόνας της Αγίας μετ' Αρτοκλασίας και γίνεται περιφορά της εικόνας. Την επομένη τελείται Θεία Λειτουργία και Αγιασμός.

Χειροποίητες αγιογραφίες «Η Σκυτάλη»

Εδώ και 20 χρόνια στην Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Βίκου στεγάζεται και λειτουργεί ένα σύγχρονο «καταφύγιο» βιοποριστικής επιβίωσης νέων ανθρώπων από τη φτώχεια και την ανέχεια. Πρόκειται για μία ομάδα τουλάχιστον 25 ανθρώπων από όλη την Ελλάδα, εικαστικών και φοιτητών της σχολής Καλών Τεχνών Ιωαννίνων, που δημιουργήθηκε με σκοπό να προσφέρει σε όλον τον κόσμο τη δυνατότητα, ανεξαρτήτου οικονομικής επιφάνειας, να αποκτήσει μοναδικές χειροποίητες αγιογραφίες, κειμήλια και ιδιαίτερα έργα πολιτισμού σε πολύ προσιτές τιμές. Όλα τα έργα είναι χειροποίητα, ζωγραφισμένα πάνω σε αθάνατο ξύλο οξιάς, με ποιοτικά χρώματα και πολυτελή επιχρύσωση. Η προσπάθεια αυτή ονομάζεται «Σκυτάλη», από το σχήμα της απεικόνισης των έργων της ομάδας αυτής και συμβολίζει τη σκυτάλη της πίστεως που ευελπιστεί να μεταλαμπαδεύσει και να κηρύξει την Ορθόδοξη Πίστη χέρι με χέρι στις επόμενες γενιές.
Το θεάρεστο αυτό κοινωνικό έργο πήρε σάρκα και οστά από τον ιερέα και αγιογράφο Ηλία Χρυσοσπάθη, εφημέριο Μονοδενδρίου. Ο ίδιος υποστηρίζει πως «η μεγαλύτερη ευλογία αυτών των έργων είναι ότι γίνονται με την κατάθεση της ψυχής αυτών των νέων ανθρώπων και την φρεσκάδα της νιότης τους, επιδιώκοντας να ξαναχτίσουν μία Ελλάδα όπου τα σύμβολα του υπαρξιακού μας προσανατολισμού, θα είναι πάλι τα ανεξίτηλα πρόσωπα των Αγίων μας! Έτσι λοιπόν ο κόπος και ο στόχος αυτών των παιδιών θα λέγαμε ότι είναι μία δεύτερη “αναστήλωση των εικόνων" μέσα στη ζωή μας από την έκπτωση της τυποποίησης – “τυπο-λατρείας". Έργα κειμηλιακά που διαχρονίζονται στους παραλήπτες των αιώνων κι όχι απλές άψυχες φωτοτυπίες μίας χρήσης. Έτσι, λοιπόν, η Αγία Παρασκευή είναι η “εργοδότρια" αυτών των παιδιών, που φιλοξενώντας και αγιάζοντας τα έργα τους στα σπλάχνα της, τα διαθέτει στον χριστιανικό λαό που την επισκέπτεται, προσφέροντας και στον πιο φτωχό τη δυνατότητα να αποκτήσει μία “αληθινή" χριστιανική εικόνα που θα γράψει ιστορία!»

Επίλογος

Η πολιτεία με νομοθετικό διάταγμα (Φ.Ε.Κ. 239, 30/6/1964) χαρακτήρισε την Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μονοδενδρίου διατηρητέο ιστορικό μνημείο, αναγνωρίζοντας έτσι την αξία της.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι να επισκεφτεί κάποιος το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής στον Βίκο και να το θαυμάσει από κοντά. Να ανέβει στο «ασκηταριό», να περάσει στα «σπιτάκια» από τις ξύλινες γέφυρες, να προχωρήσει στη Μεγάλη σπηλιά, ν' αγναντέψει τη χαράδρα από τη «λόντζα» του, ν' απολαύσει την αγριάδα του τοπίου και να προσκυνήσει τη χάρη της.
Το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής αποτελεί ένα θρησκευτικό μνημείο μεγάλης μορφωτικής και πνευματικής καλλιέργειας της πατρίδας μας που πολλοί δεν γνωρίζουν. Ένα αληθινό προπύργιο, τόσο για την Ορθοδοξία, όσο και για την πατρίδα μας. Απομονωμένο στην άγρια μεγαλοπρέπεια του τοπίου του Βίκου, μας καλεί να βρεθούμε εκεί για να προσκυνήσουμε, να βιώσουμε την παρουσία του Θεού και να επικοινωνήσουμε μαζί Του.